19
Σεπτ.
08

Ψηφιακοί ιθαγενείς, ψηφιακοί μετανάστες

Διάβασα πρόσφατα ένα ενδιαφέρον άρθρο του Marc Prensky με τίτλο Digital natives, digital immigrants που αν και σχετικά παλιό (2001), εκφράζει απόλυτα το φαινόμενο που ζούμε σήμερα με τους ψηφιακά αναλφάβητους γονείς και ψηφιακά καταρτισμένους νέους. Δεν έχει άμεση σχέση με τα βιντεοπαιχνίδια ως μέσο ψυχαγωγίας, όμως εκφράζει και αυτά και δικαιολογεί την υπάρχουσα άποψη ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε βιντεοπαιχνίδια στα σχολεία για μάθηση, αντί των παραδοσιακών μεθόδων της μονομερούς αφήγησης εκ μέρους του καθηγητή, των βιβλίων και πίνακα.

Ανέκαθεν οι παλαιότερες γενιές αντιλαμβάνονταν ένα χάσμα μεταξύ αυτών και των νεότερων γενιών. Οι νεότερες γενιές πάντα φαίνονταν πιο αφυπνισμένες, με περισσότερη κατανόηση του κόσμου που τους περιβάλλει, με διαφορετική στάση ζωής και πιστεύω και άλλες συνήθειες με αποτέλεσμα να μην μπορούν να έχουν πραγματική επαφή με γονείς και γενικά μεγαλύτερα άτομα (όπως δάσκαλοι).

Και αν το χάσμα αυτό φαινόταν μεγάλο για τις παλιότερες γενιές, μπορούμε να φανταστούμε πως φαίνεται τώρα στους γονείς που βλέπουν τα παιδιά τους να ζουν σε ένα ψηφιακό κόσμο, να είναι συνεχώς δικτυωμένα με τους φίλους τους μέσω κινητών, SMS, email, MSN, Facebook, MySpace και άλλους τέτοιους ακατανόητους όρους. Να παίζουν βιντεοπαιχνίδια σε υπολογιστή, σε κονσόλα και σε κινητά, να χάνονται για ώρες σε εικονικούς κόσμους όπως το World of Warcraft, Second Life, Google Lively. Να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες video από το YouTube. Να καταγράφουν ανά πάσα στιγμή τις σκέψεις τους σε forum, blog και twitter. Πώς να επικοινωνήσουν οι γονείς με τα παιδιά τους πού όχι μόνο δεν έχουν κοινά σημεία αναφοράς με αυτά, αλλά μιλούν και εντελώς διαφορετική γλώσσα.

Και, αντίστοιχα, πώς να διδάξουν οι δάσκαλοι παιδιά, που έχουν μεγαλώσει σε ένα πολυμεσικό κόσμο, με ένα βιβλίο και έναν πίνακα; Παιδιά που έχουν μάθει να λαμβάνουν την πληροφορία γρήγορα και εύκολα μέσω video, εικόνας, κειμένου και αλληλεπίδρασης; Που έχουν μάθει να είναι συνέχεια σε επικοινωνία και να λαμβάνουν γνώμη, βοήθεια και άμεση απόκριση στις πράξεις τους;

Ο Prensky κάνει έναν ωραίο παραλληλισμό που χαρακτηρίζει απόλυτα την κατάσταση. Παρομοιάζει τους γονείς σαν τους μετανάστες που αναγκάζονται να προσαρμοστούν πρόχειρα σε μια νέα χώρα, να μάθουν κάπως να μιλούν την γλώσσα ώστε να μπορέσουν να δουλέψουν και να ζήσουν. Δεν γίνονται σχεδόν ποτέ μέρος της κουλτούρας του τόπου, δεν τον κατανοούν και πάντα νοσταλγούν την πατρίδα και έχουν μια ωραία ανάμνηση για αυτή. Και την νεότερη γενιά την παρομοιάζει με τα παιδιά των μεταναστών, που πάνε σχολείο στην νέα χώρα, μαθαίνουν την γλώσσα άψογα και αφομοιώνουν την κουλτούρα της (και αφομοιώνονται από αυτήν) εντελώς. Για αυτά, η χώρα των γονιών τους και μητρική τους γλώσσα δεν σημαίνει τίποτα.

Έτσι συμβαίνει και με την νέα ψηφιακή εποχή. Η γενιά της χιλιετίας (millennials), νέοι από 5 μέχρι 25 ετών περίπου έχουν γεννηθεί στο ψηφιακό αυτό κόσμο. Κατανοούν το Internet, ξέρουν να περιηγηθούν σε αυτό, ξέρουν να επικοινωνήσουν μέσου αυτού. Κρατάνε όλοι κινητό, είναι συνέχεια δικτυωμένοι. Μπορούν να χρησιμοποιήσουν με άνεση όλα τα αγαθά της ψηφιακής τεχνολογίας. Είναι δηλαδή ψηφιακοί ιθαγενείς. Από την άλλη οι γονείς τους μόνο δειλά βήματα μπορούν να κάνουν στο κόσμο αυτό, να χρησιμοποιήσουν το κινητό, προσπελάσουν μια σελίδα στο Web, ή να στείλουν ένα email αν είναι πολύ τολμηροί. Είναι δηλαδή ψηφιακοί μετανάστες, που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο νέο αυτό κόσμο και πάντα νοσταλγούν παλιότερες, απλούστερες, εποχές.

Το πρόβλημα αυτό έχει απήχηση και στην εκπαίδευση. Ψηφιακά αναλφάβητοι δάσκαλοι, χωρίς ουσιαστική ψηφιακή μόρφωση (το να ανοίγεις τον υπολογιστή και να γράφεις στο Word δεν είναι πραγματική γνώση του ψηφιακού κόσμου) αδυνατούν να προσεγγίσουν τους μαθητές. Η αντίσταση των δασκάλων στα νέα μέσα και η προσκόλληση σε ξεπερασμένες μεθόδους μονομερούς αφήγησης και αποστήθισης γνώσης από βιβλία δεν συγκινούν τα παιδιά σήμερα που βρίσκουν το σχολείο βαρετό και άσχετο με τον γρήγορο και φανταχτερό δικό τους ψηφιακό κόσμο. Η δικαιολογία ότι ο τρόπος αυτός μάθησης δεν έχει τίποτα μεμπτό και ότι αφού δούλεψε για εκατοντάδες γενιές μέχρι σήμερα θα έπρεπε να δουλεύει και για την νεότερη γενιά είναι λανθασμένη. Καμιά από τις εκατοντάδες προηγούμενες γενιές δεν ήταν σαν την σημερινή. Καμιά δεν είχε τόσο πολλά ερεθίσματα, δεν είχε κάνει σε τέτοιο βαθμό τη τεχνολογία μέρος της ζωής και της κουλτούρας της. Και καμιά δεν είχε τόσο διαφορετικό τρόπο να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Μέθοδοι που δούλευαν για παλιότερες γενιές, είναι ανεπαρκείς σήμερα.

Τι μπορεί να γίνει τότε; Αντί να τραβάμε την νεότερη γενιά από τα μαλλιά στο παρελθόν θα ήταν καλύτερα να προσπαθήσουμε να έρθουμε εμείς πιο κοντά τους, στο μέλλον. Να μπούμε στον δικό τους κόσμο και να προσπαθήσουμε να τον κατανοήσουμε. Να χρησιμοποιήσουμε για την μάθηση τα εργαλεία που χρησιμοποιούν ήδη: το Internet, την συνεργατικότητα, την αλληλεπίδραση και την άμεση ανάδραση και απόκριση.

Τα βιντεοπαιχνίδια που οι περισσότεροι γονείς και δάσκαλοι απορρίπτουν ως μια αργόσχολη συνήθεια των παιδιών είναι ιδανικά για τον σκοπό αυτό. Παρέχουν ένα εικονικό περιβάλλον με καλά ορισμένους κανόνες, αλληλεπίδραση και άμεση ανάδραση των επιπτώσεων των πράξεων του παίκτη. Μπορούν να αναπαραστήσουν γεγονότα, καταστάσεις, ιστορίες, μπορούν με  αρκετή πειστικότητα να εξομοιώσουν μια πραγματικότητα. Στον εικονικό αυτό κόσμο ένα παίκτης μπορεί να περιηγηθεί, να αλληλεπιδράσει με διάφορους χαρακτήρες, να πειραματιστεί, να πάρει αποφάσεις, να βρει λύσεις. Και το κυριότερο μπορεί να αποτύχει χωρίς η αποτυχία του να έχει αντίκτυπο, δίνοντας του μια δεύτερη ευκαιρία να μάθει από τα λάθη του.

Παιχνίδια που επιτρέπουν στο μαθητή με τρόπο οπτικό να δοκιμάσει κάτι και να κατασκευάσει κάτι από μόνος του (constructivism) έχουν μεγαλύτερη εκπαιδευτική αξία από το διαβάσει για το ίδιο θέμα στο βιβλίο ή να ακούσει για αυτό παθητικά στην τάξη. Ο μαθητής θα κατανοούσε καλύτερα την σπουδαιότητα της βαρύτητας στην Γη αν δοκίμαζε  το ίδιο πείραμα, εικονικά, στην Σελήνη. Επίσης, διδάσκουμε στους μαθητές την επίπτωση που έχουν οι πράξεις μας πάνω στο περιβάλλον, όμως η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι μια μακροχρόνια διαδικασία την οποία ο μαθητής δεν αντιλαμβάνεται στην πραγματικότητα.  Ένα βιντεοπαιχνίδι που θα του επέτρεπε να αλλάζει παραμέτρους, όπως τον αριθμό αυτοκινήτων σε μια πόλη ή το ποσοστό πρασίνου που περιέχει και να παρατηρεί άμεσα τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον θα του έδινε μεγαλύτερη κατανόηση. Η εκπαιδευτική αξία των παιχνιδιών έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και έχει γεμίσει αρκετά βιβλία.

Στην Ελλάδα γίνονται κάποια δειλά βήματα στην κατεύθυνση της χρήσης βιντεοπαιχνιδιών στην εκμάθηση όπως το ΕΠΙΝΟΗΣΗ του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου που αφορά μαθητές με ήπια νοητική καθυστέρηση. Υπάρχει όμως πάρα πολύς δρόμος μέχρι να μπουν τα βιντεοπαιχνίδια στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση της χώρας, εφόσον χρειάζεται κεντρική απόφαση του Υπουργείου για να γίνει οτιδήποτε, αλλά το κυριότερο και δυσκολότερο, τεράστια αλλαγή νοοτροπίας. Στο εξωτερικό που τα σχολεία είναι περισσότερο ανεξάρτητα έχουν γίνει πολλές προσπάθειες με πολύ καλό αποτέλεσμα.

Αν θέλουμε οι ψηφιακοί ιθαγενείς να πάρουν και να διδαχθούν κάτι από τους ψηφιακούς μετανάστες πρέπει να μάθουμε να μιλάμε την γλώσσα τους. Άρνηση και συντηρητισμός απομονώνει την νεότερη γενιά και κάνει το ήδη μεγάλο χάσμα ακόμα μεγαλύτερο.



Το blog αυτό έχει ως σκοπό να ρίξει μια ψύχραιμη και κριτική ματιά στο κόσμο των videogames. Χωρίς πάθη, χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς άγνοια. Τα videogames έχουν να μας δώσουν πολλά, και αξίζει να ασχοληθούμε με αυτά.

Game-based Learning στην Ελλάδα
Επισκεφτείτε το group
Bookmark and Share
Σεπτεμβρίου 2008
Δ T Τ T Π S S
« Αυγ.   Οκτ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930  

Αρέσει σε %d bloggers: